Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λόγος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λόγος Προφορά: λόγος
  1. λόγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο λόγος ντο φέρ’. (επί παραδείγματι)
    2) Το κορίτσ’ λόγον ’κ’ έχͮ'.
    3) Τον λόγο σ’ με την ζάχαρην έκοψα.
    4) (Τού) Λόου ατες (του λόγου της, Ιδίωμα: Οινόης)
    5) Τα φτερά επήρε του λόου ατες. (του λόγου της, Ιδίωμα: Οινόης)
    6) Ο λόγος -ιμ’ λόγος και το σουμάδι μ’ σουμάδ’.
    7) Λόγια ολοστρόγγυλα, ανόητα.
    8) Σο σ̌κοινίν ’κι κείνταν τα λόγια τ’. (είναι ανόητα)

    Προέλευση
    από το αρχαίο ουσιαστικό λόγος

  2. λόγος, γνωμικό, φήμη, θρύλος, υπόσχεση το τραπέζωμα στο σπίτι της μελλόνυμφης λίγες μέρες πριν από την τέλεση του γάμου, οπότε συμφωνείται η ημέρα τέλεσης του γάμου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια