Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λογισμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λογισμός Προφορά: λογισμός
  1. συλλογισμός, σκέψη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο νους ατ’ κι ο λογισμός ατ’ σ’ εσέν’ εν’. (φράση)

  2. σκέψη, λογικό, νους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια