λιχτρομάκελον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λιχτρομάκελον , 2. λιχτρομάκελλον
Προφορά: λιχτρομάκελον
-
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
σκαπάνη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης