Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ελίχτρε (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ελίχτρε
Προφορά: ελίχτρε
πατόφτυαρο
μεγάλη δίκελα ποδαριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
γεωργικό εργαλείο, οδοντωτό για όργωμα ή τσάπισμα με το χέρι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
πελίφτυαρον (το)
πέλ (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
λιχτρί (το)
λίχτρε (η)
λιχτρομάκελον (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια