Ερμηνεία: σκάβω με την ελίχτρε, δικέλι
Παράδειγμα: Ελέχτρεψα κι εγρίζεψα και την αγάπη μ’ εύρα.
Ερμηνεία: σκάβω το χώμα με το λισγάρι
προέλευση:
αρχαίο λιστρεύω - λίστρον
παθητική λιχτρεύκουμαι
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.