Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιδόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιδόν Προφορά: πιδόν
  1. το σμήνος που προκύπτει από σμηνουργία και συνήθως είναι με λίγο πλήθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ έναν το γουβίν εδέκεν τρία πιδόνα̤.

    Υποκοριστικό:
    πιδονόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια