Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιδεβασέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιδεβασέα Προφορά: πιδεβασέα
  1. μέρος πίσω από το λόφο, το βουνό, μακρινό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Πού πας ατού σα ξένα τα μακρά και σα πιδεβασέας;

  2. πέρασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια