πιδεβασέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πιδεβασέα
Προφορά: πιδεβασέα
-
μέρος πίσω από το λόφο, το βουνό, μακρινό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πέρασμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης