Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό γέρων
Παραδείγματα: 1) Δέβα, έπαρ’ γεροντάδας συντρόφ’ς με τ’ εσέν. 2) Ο γέρον πάντα γέρος έν’, πάντα μυρίζ’ κοσέαν.
Ενικός: γέρος Πληθυντικός: γεροντάδες , γερόντοι / γερόντ'