Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γεφυροπόδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γεφυροπόδ' Προφορά: γεφυροπόδ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το ποδάρ' (το πόδι), η βάσης του τόξου της γέφυρας

    Παράδειγμα:
    Αρογεύει ατον σα λιθαροσπάσματα και σα γεφυροπόδα̤.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ο σκελετός της γέφυρας

Παρατηρήσεις - Σχόλια