Προέλευση: από το ουσιαστικό γέρος
Παραδείγματα: 1) Εγεροντίασαν τα χͮέρα̤ μ’ ας σον κρύον. (μούδιασαν) 2) Εγεροντίασαν ασό πλύσιμον. (σούφρωσαν, έφεραν δίπλες)
Παράγωγο: γεροντίαγμαν
Ενεστώτας: γεροντώ Παρατατικός: εγεροντίαζα Μέλλοντας: θα γεροντώ Αόριστος: εγεροντίασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.