Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό γέφυρα
Παράδειγμα: 1) Σην γέφυραν, ση Τρίχας το γεφύρι χͮίλιοι μαστόροι έχτιζαν. 2) Όλ’ άσ’ ατό το γεφύρ’ θα δα̤βαίν'νε. (λέγεται για το γάμο, θάνατο κτλ.)
Ενικός: γεφύριν / γεφύρ' Πληθυντικός: γεφύρα̤