Παραδείγματα: 1) Ο δά̤σκαλος ατουν γερλής έν’. (ντόπιος) 2) Σο γερλίν το χώμαν ’κ’ εκατήβα. (χέρσος)
Αρσενικό: Ενικός: γερλής Πληθυντικός: γερλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γερλήσα Πληθυντικός: γερλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γερλίν Πληθυντικός: γερλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.