Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γερλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γερλής Προφορά: γερλής
  1. ντόπιος, χέρσος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ο δά̤σκαλος ατουν γερλής έν’. (ντόπιος)
    2) Σο γερλίν το χώμαν ’κ’ εκατήβα. (χέρσος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια