Ερμηνεία: εκείνος που επιβαρύνει και δεν είναι ανεκτικός
Καταλήξεις: -ήσα, -ήν
Αρσενικό: Ενικός: αζα̤τλής Πληθυντικός: αζα̤τλήδες
Θηλυκό: Ενικός: αζα̤τλήσα Πληθυντικός: αζα̤τλήδες
Ουδέτερο: αζα̤τλίν Πληθυντικός: αζα̤τλία