Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη εζιέτ
Παράδειγμα: 1)Πολλά αζά̤τ' 'κ' εδέκαμε. (βάρος) 2) Σ' αζά̤τ' 'κ' έρ'ται. (στη σκληρή ζωή)
Ενικός: αζά̤τιν / αζά̤τ' Πληθυντικός: αζά̤τα̤
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στον Ενικό αριθμό, αναλογικός σχηματισμός.