Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αζιάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αζά̤τ Προφορά: αζεάτ
  1. βάρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη εζιέτ

    Παράδειγμα:
    1)Πολλά αζά̤τ' 'κ' εδέκαμε. (βάρος)
    2) Σ' αζά̤τ' 'κ' έρ'ται. (στη σκληρή ζωή)

Παρατηρήσεις - Σχόλια