Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Αζγούν’ σ̌κυλίν έχ’.
Αρσενικό: Ενικός: αζγούνης / αζγούν'ς / αζγούντς Πληθυντικός: αζγούνοι / αζγούν'
Θηλυκό: Ενικός: αζγούναινα Πληθυντικός: αζγούνοι / αζγούν'
Ουδέτερο: Ενικός: αζγούν'κον / αζγούν' Πληθυντικός: αζγούν'κα / αζγούνα̤
Σχόλιο: Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.