Ερμηνεία: που δεν έχει καταληφθεί, οικειοποιηθεί
Προέλευση: από το στερητικό α- και το ζαπλαεύω
Παράδειγμα: Αζαπλάευτον μερτικόν ’κ’ επέμ’νεν.
Αρσενικό: Ενικός: αζαπλάευτος Πληθυντικός: αζαπλάευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αζαπλάευτος Πληθυντικός: αζαπλάευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αζαπλάευτον Πληθυντικός: αζαπλάευτα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.