Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρνάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρνάλ' Προφορά: καρνάλ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πανέρι πλεκτό με χερούλι

    Παράδειγμα:
    Έρπαξεν ας σο καρνάλ' απέσ' έναν κομμάτ' ψωμίν.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνείες:
    1) μικρό καλάθι με χειρολαβή
    2) τα πλευρά του σώματος

Παρατηρήσεις - Σχόλια