Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μειζέτερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μειζέτερος Προφορά: μειζέτερος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανώτερος κατά την ηλικία, πρό πάντων όμως κατά τη φρόνηση, το αξίωμα

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό επίθετο μέγας
    συγκριτικός βαθμός μείζων, μεγαλύτερος

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Ήντα̤ν αποφασίζ’νε οι μειζετέρ’.

  2. πρόκριτος 1. ο προύχοντας της κοινότητας 2. ο μεγαλύτερος στην ηλικία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    συγκριτικός βαθμός του αρχαίου ελληνικού επιθέτου μέγας

  3. ο πρεσβύτερος στην ηλικία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο τριγενή - δικατάληκτο:
    ο μειζέτερος, η μειζέτερεσα

  4. πρεσβύτης μεγαλύτερος κάποιου άλλου, άξιος σεβασμού και εκτιμήσεως Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    το αττικό-ιωνικό μέσσων, μέσδων και μείζων που όμως δεν αποτελεί την κλασσική, σύνθετη λέξη με την αντωνυμία έτερος στο Ποντιακό ιδίωμα αλλά συναντιέται αυτότελα.

    2.Σχόλια:
    Συγκριτικός ανώμαλου παραθετικού του επιθέτου μεγάλος. Συναντιέται σαν διγενές δικατάληκτο: ο μειζέτερος ,η μειζετέρεσα.

    3. Παράδειγμα:
    Σουκ απάν' είπα σε και δοσ' το σκαμνίν σον θείο σ΄να κάθηται μειζέτερον έν΄.

    4. Αναφορά:
    ή τοι μεν κεφαλή και μείζονες άλλοι έασιν... είναι και κάτι άλλοι πιο μεγάλοι που τον περνούν στο κεφάλι... ( Ιλιάδα Γ 168)

Παρατηρήσεις - Σχόλια