Ερμηνεία:
ανώτερος κατά την ηλικία, πρό πάντων όμως κατά τη φρόνηση, το αξίωμα
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό επίθετο μέγας
συγκριτικός βαθμός μείζων, μεγαλύτερος
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παράδειγμα:
Ήντα̤ν αποφασίζ’νε οι μειζετέρ’.
Προέλευση:
συγκριτικός βαθμός του αρχαίου ελληνικού επιθέτου μέγας
Επίθετο τριγενή - δικατάληκτο:
ο μειζέτερος, η μειζέτερεσα
1. Προέλευση:
το αττικό-ιωνικό μέσσων, μέσδων και μείζων που όμως δεν αποτελεί την κλασσική, σύνθετη λέξη με την αντωνυμία έτερος στο Ποντιακό ιδίωμα αλλά συναντιέται αυτότελα.
2.Σχόλια:
Συγκριτικός ανώμαλου παραθετικού του επιθέτου μεγάλος. Συναντιέται σαν διγενές δικατάληκτο: ο μειζέτερος ,η μειζετέρεσα.
3. Παράδειγμα:
Σουκ απάν' είπα σε και δοσ' το σκαμνίν σον θείο σ΄να κάθηται μειζέτερον έν΄.
4. Αναφορά:
ή τοι μεν κεφαλή και μείζονες άλλοι έασιν... είναι και κάτι άλλοι πιο μεγάλοι που τον περνούν στο κεφάλι... ( Ιλιάδα Γ 168)