Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αέρα Προφορά: αέρα
  1. αέρας, κλίμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Χωρίς αέραν το πουλίν, χωρίς νερόν τ’ οψάρι. (’κί γίνεται)
    2) Σην αέραν πιάν’ πουλίν. (είναι σβέλτος, έξυπνος)
    3) Η δουλεία επαίρεν αέραν. (κατέρρευσε το έργο)
    4) Πριν τη ήλ’ μαραίνεται και πριν τ’ αέρ’ ας ρούζει.
    5) Τα ρωθώνα̤ τ’ επαίραν αέραν. (Χαλδία) (πήρε πολλή φόρα, δεν λογαριάζει κανένα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια