Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεθύζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μεθύζω Προφορά: μεθύζω
  1. μεθώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα μεθύω - μεθῶ

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Παρακάλεσα να μή αφήν τσί χριστιανούς να μεθύζουνε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια