Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη pertsinlemek
Παράδειγμα: Η Μαρία άμον τ’ έκ’σεν ατο επερτσ̌αμπλιάεψεν ατο.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.