Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πελιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πελιά Προφορά: πελιά
  1. μπελιάς, βάσανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη belia

    Παράδειγμα:
    Γλίτωσό με ας σην πελιάν κι͜ ας σ’ ατού το κακόν.

  2. σκοτούρα, βάσανο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ενόχληση, σκουτούρα, μπελάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη bela

Παρατηρήσεις - Σχόλια