Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πεκμέζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεκμέζ’ Προφορά: πεκμέζ
  1. o βρασμένος χυμός φρούτων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκικη

  2. πετμέζι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια