Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ας σην ψην ατ’ πεζγούντζ εν’.
Θηλυκό: πεζγούντζαινα Ουδέτερο: πεζγούντζκον
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.