Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πάτωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάτωμαν Προφορά: πάτωμαν
  1. το χάρισμα στη νύφη δώρων από τους γείτονες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

  2. πάτωμα δάπεδο σπιτιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια