πάτωμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πάτωμαν
Προφορά: πάτωμαν
-
το χάρισμα στη νύφη δώρων από τους γείτονες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πάτωμα
δάπεδο σπιτιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης