Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πατουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πατουρεύω Προφορά: πατουρεύω
  1. βυθίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Αν συρ’ ατο σην θάλασσαν, παπόρια πατουρεύω.

  2. σκεπάζω, χρεοκοπώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βυθίζω φέρνω κάποιον σε κατάσταση χρεωκοπίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη batirmak

    Παθητική φωνή:
    πατουρεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια