Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πρόσωπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πρόσωπον Προφορά: πρόσωπον
  1. το μπροστινό μέρος του κεφαλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως (το ανέφερε στο λήμμα πρόσον)

    Παραδείγματα-Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ελέπω θεού πρόσωπον.
    2) Εβγαίν’ σον πρόσωπο μ’.
    3) Έρ’ται σον πρόσωπον, (ανεβαίνει στην επιφάνεια).
    4) Έρχουμαι απάν’ σο πρόσωπον, (υποφέρω πολύ).
    5) Με του ήλ’ το πάρσιμον έναν πρόσωπον ευτάμε (Τσιτενού) (τα στάχια της επιφάνειας, κόβουμε).
    6) Πρόσωπον του τοίχου, (της πέτρας το μπροστινό το πελεκημένο μέρος).
    7) Της γής, λίμνης.... (επιφάνεια).
    8) Του υφάσματος, (η καλή όψη και το ίδιο το ύφασμα έν αντιθέσει πρός τη φόδρα).
    9) Παίρω πρόσωπον-παίρω θάρρος, δίγω πρόσωπον, δίνω θάρρος.
    10) ’Κ’ έχω πρόσωπον, (ντρέπομαι για κάτι που έκαμα και δέν τολμώ να ζητήσω κάτι).
    11) Εβγαίνω σον πρόσωπον, λαγκεύω σον πρόσωπον ατ’ κιάν, (αυθαδιάζω).
    12) Φέρω σον πρόσωπον, (αρρωσταίνω από στέρηση φαγητού ή νερού).
    13) Οπίσ’ προσώπ’, (μακριά από τον άνθρωπο).
    14) Οπίσ’ προσώπ’ς, (κατά την απουσίαν).
    15) Οπίσ’ προσώπ’ς τη βασιλέα την μάναν πά’ υβρίζ’νε.
    16) Παρέξ τα τίμιν πρόσωπα, (συγνώμη για τη φράση μου).
    17) Το πρόσωπον ατ’ ’κ’ είδα , (δεν τον είδα ούτε από μακριά).
    18) Ικράχ ευτάγω ας σον πρόσωπον ατ’, (τον σιχαίνομαι).
    19) Τρανόν πρόσωπον, (τρανά πρόσωπα, προεστοί).
    20) Τον πρόσωπο μ’ αν ’κ’ ελέπ’ς, (αν δεν με δείς προσωπικώς).
    21) Ο πρόσωπος ατ’ αποθαμενίων, (κίτρινος).

  2. άτομο 1) η όψη του ανθρώπου 2) καλό όνομα (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. άτομο 1) η καλή όψη υφάσματος 2) το ντύμα, το πρόσωπο του ανθρώπου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    απο το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό πρόσωπον

    πληθυντικός: τα προσώπατα

Παρατηρήσεις - Σχόλια