Ερμηνεία: μικρός λοστός να ανοίγει τρύπες φουρνέλου
Προέλευση: τουρκική
Υποκοριστικό: γετα̤κόπον
Ενικός: γετά̤κιν / γετά̤κ' Πληθυντικός: γετά̤κια