Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό λέπιον υποκοριστικό του λέπος
Ιδίωμα: Σαντάς, Άδισσας
Παράδειγμα: Οι Σανταίτ’ τ’ απιδί’ το γλέπ’, λέπ’ έλεγαν ατο.
Ενικός: λέπιν / λέπ' Πληθυντικός: λέπα̤