Ερμηνεία: φορεμένος γερανέα (γαλάζια)
Παράδειγμα: Εκείν’ η γερανοφόρος ομοιάζ’ να έν’ η μάνα μ’.
Αρσενικό: Ενικός: γερανοφόρος Πληθυντικός: γερανοφόροι
Θηλυκό: Ενικός: γερανοφόρος , γερανοφορέσα Πληθυντικός: γερανοφόροι
Ουδέτερο: Ενικός: γερανοφόρον Πληθυντικός: γερανοφόρα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Όπως ενδεικτικά σημειώνουμε και παραπάνω, το λήμμα ενδέχεται να εμφσνίζεται και ως "γερανόφορος, γερανόφορέσα, γερανόφορον".