Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γεννεμασέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γεννεμασέα Προφορά: γεννεμασέα
  1. γέννημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    1) Σ̌κύλ’ γεννεμασέα. (γέννημα - γόνος - σκύλου, φράση)
    2) Γαϊδάρ’ γεννεμασέα. (γέννημα - γόνος - γαϊδάρου, φράση)

  2. γέννημα, γόνος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Τσούνας γεννεμασέα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια