Eρμηνεία: παίρνω χρώμα κυανούν
Προέλευση: από το επίθετο γερανέον
Παράδειγμα: Εγερανίασαν τ’ ομμάτα̤ μ’ ασήν νεστίαν.
Ερμηνεία: αποκτώ γαλάζιο χρώμα
Ενεστώτας: γερανίζω Παρατατικός: εγεράνιζα Μέλλοντας: θα γερανίζω Αόριστος: εγεράνισα / εγεράν'σα / εγεράντσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.