Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γερανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γερανίζω Προφορά: γερανίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Eρμηνεία:
    παίρνω χρώμα κυανούν

    Προέλευση:
    από το επίθετο γερανέον

    Παράδειγμα:
    Εγερανίασαν τ’ ομμάτα̤ μ’ ασήν νεστίαν.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    αποκτώ γαλάζιο χρώμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια