Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γενιλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γενιλα̤εύω Προφορά: γενιλεαεύω
  1. ανανεώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έβρεξεν κι εγενιλά̤εψαν τα κρομμύδα̤.

    Παράγωγο:
    γενιλά̤εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια