Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεροκράτεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νεροκράτεμαν Προφορά: νεροκράτεμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    αδυναμία ή δυσκολία στην ούρηση

Παρατηρήσεις - Σχόλια