Ερμηνεία: αδυναμία ή δυσκολία στην ούρηση
Ενικός: νεροκράτεμαν Πληθυντικός: νεροκρατέματα
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στον ενικό, λόγω σημασιολογίας.