Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεριαξία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. νεριαξία , 2. νερα̤ξία Προφορά: νεριαξία
  1. αηδία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά στερητικό νη + το ρήμα αρέσω/αρέσκω = έλλειψη επιθυμίας

Παρατηρήσεις - Σχόλια