Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νεριασία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νερα̤σία Προφορά: νεριασία
  1. αηδία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά στερητικό νη + το ρήμα αρέσω/αρέσκω = έλλειψη επιθυμίας

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια