Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
νεόνυφος (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: νεόνυφος
Προφορά: νεόνυφος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
Η γυναίκα που στεφανώθηκε στα κοντά, λίγο πριν
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: νεόνυφος
Πληθυντικός: νεόνυφοι
Παρατηρήσεις - Σχόλια