Προέλευση: από το ρήμα γεννώ και πλάσκουμαι (παθητική του πλάθω)
Παράδειγμα: Ασ’ υλέεν εγενέθα κι ασ’ υλέεν εγενεπλάστα.
Επιπλέον Ερμηνεία: γεννώμαι από την φύση
Ενεστώτας: γεννοπλάσκουμαι Παρατατικός: εγεννοπλάσκουμ'νε Μέλλοντας: θα γεννοπλάσκουμαι Αόριστος: εγεννοπλάστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.