Θηλυκό: νέπρισσα, νέπ'σσα
Παράδειγμα: Νέπ’σσα, πώς εμόρφυνες κι εγέντς άμον ήλες;
(κλητ. επιφών. για άντρα)
Αρσενικό: νέπε
Θηλυκό: νέπ'ισσα / νέπ'σα
Σχόλιο: πρόκειται για κλητική προσφώνηση.