Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νεκροστόλιαχτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. νεκροστόλιαχτος , 2. νεκροστόλα̤χτος Προφορά: 1. νεκροστόλιαχτος , 2. νεκροστόλεαχτος
  1. νεκροστολισμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Η νεκροστόλιαχτη η γυναίκα μου είπεν ατο, πριν αποθάν’.
    2) Μόντες είδεν η νεκροστόλιαχτος το προγόνι χͮιλιέμορφο, τα μάτια τες έβγαλαν τσίες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια