Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εφόρεσεν τα καινούρα̤ τα γεμενία 'τ’ κ’ εξέβεν.
Παράγωγα: γεμενιτσ̌ής (υποδηματοποιός) γεμενιτσ̌ίδικον (υποδηματοποιείο) γεμενιτσ̌ιλούχ' (το επάγγελμα του υποδηματοποιού)
Ενικός: γεμενίν Πληθυντικός: γεμενία