νέπουτση [Ουσιαστικό, Φράση]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. νέπουτση , 2. νε πουτσή
Προφορά: νέπουτση
-
έ κόρη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
προσφώνηση για κάλεσμα γυναίκας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης