Ερμηνεία: ξύλον του αδραχτιού, το τσουπίν
Ιδίωμα: Όφεως
Παράδειγμα: Αγά μ’, τ’ αδραχτοτσούπ’ σον κώλο σ’.
Ενικός: αδραχτοτσούπιν / αδραχτοτσούπ' Πληθυντικός; αδραχτοτσούπα̤