Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πατεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πατεύω Προφορά: πατεύω
  1. βουλιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Μή λέει να ρούεις σην θάλασσαν και να πατεύ’ς και χά’σαι. (βουλιάζω)
    2) Να πατεύ’ τ’ όνεμα σ’. ( να σβήσει το όνομά σου)

  2. βουλιάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βουλιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια