Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πάτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάτα Προφορά: πάτα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Τα φύλλα πάτα είναι. (Ισοψηφία στο χαρτοπαίγνιο)
    2) Εντώκεν ατον έναν πάταν. (τον εχαιρέτισε βάλλοντας την παλάμη του στο στήθος) Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

  2. πατημασιά το πέλμα του ποδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια