Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πασχούν
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πασχούν’
Προφορά: πασχούν
επιδρομή για ληστεία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Την νύχταν εποίκαν πασχούν’ τ’ οσπίτ’ν ατ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια