Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παστιλομάλεζον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παστιλομάλεζον Προφορά: παστιλομάλεζον
  1. το μαλέζ’, ο νερουλός λαπάς της μουσταλευριάς ή άλλων καρπών (κρανιάς, δαμασκηνιάς...) που ξεραινόμενος ονομάζεται παστίλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

  2. η μουσταλευριά της παστίλας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια