Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πασλαμά [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πα̤σλα̤μά Προφορά: πεασλεαμά
  1. Ιδιαίτερα τρεφόμενο και περιποιούμενο, μανάρι. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια