πασκιτάν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πασ̌κιτάν
Προφορά: πασκιτάν
-
το αποβουτυρωμένο και στραγγισμένο τάν που αλατισμένο τοποθετούσαν σε κοβλάκια ή άλλα σκεύη για να τανών’νε τη σιρβάν (Τανοσίρβ, πασκιτανοσίρβ) το χειμώνα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
γιαούρτι αποβουτηρωμένο, στραγγιστό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
παρασκεύασμα από το ταν, υπόλοιπο από το ανθόγαλα όταν γίνεται βούτυρο. Το ταν αφού βραστεί και διυλιστεί και πήξει, αλατίζεται και χρησιμοποιείται τον χειμώνα για την παρασκευή σούπας αγαπητής Πόντιους που λέγεται πασκιτανοσίρ'
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης