Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πάσκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάσκα Προφορά: πάσκα
  1. κατάλυση νηστείας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Ι. Μανουσαρίδη

    Παράδειγμα:
    Αν λένε σε η νεστία ας σην πάσκαν καλλίον εν’, μη πιστεύ’ς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια